Σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature Food, μόνο η Γουιάνα από 186 χώρες παράγει επαρκή ποσότητα τροφίμων ώστε να καλύπτει πλήρως τις διατροφικές ανάγκες των πολιτών της, χωρίς να χρειάζεται εισαγωγές. Η μελέτη εξέτασε την επάρκεια κάθε χώρας σε επτά βασικές ομάδες τροφίμων: φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά, ψάρια, κρέας, φυτικές πρωτεΐνες και αμυλούχες τροφές.
Παγκοσμίως, διαπιστώθηκε ότι το 65% των χωρών παράγει περισσότερα κρέας και γαλακτοκομικά από όσα απαιτούνται για τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού τους. Παράλληλα, η Γουιάνα στη Νότια Αμερική ξεχωρίζει ως η μόνη χώρα με πλήρη διατροφική αυτάρκεια, ενώ η Κίνα και το Βιετνάμ ακολουθούν στενά, καλύπτοντας έξι από τις επτά ομάδες τροφίμων.
Μόνο μία στις επτά χώρες που εξετάστηκαν κρίθηκε ότι είναι αυτάρκης σε πέντε ή περισσότερες κατηγορίες τροφίμων. Η Γουιάνα, που επισημάνθηκε με πράσινο χρώμα στον χάρτη της μελέτης, ήταν η μοναδική που παράγει αρκετή τροφή και στις επτά ομάδες. Η Νέα Ζηλανδία, αν και δεν εμφανίζεται στον χάρτη λόγω τεχνικού σφάλματος, συμπεριλήφθηκε στην ανάλυση και διαπιστώθηκε ότι είναι αυτάρκης σε πέντε από τις επτά ομάδες τροφίμων.
Έλλειμμα σε θρεπτικά φυτικά τρόφιμα
Ταυτόχρονα, παρατηρείται παγκόσμιο έλλειμμα σε πλούσια σε θρεπτικά συστατικά φυτικά προϊόντα. Λιγότερες από τις μισές χώρες της έρευνας παράγουν αρκετές φυτικές πρωτεΐνες – όπως φασόλια, ρεβίθια, φακές, ξηρούς καρπούς και σπόρους – ή αμυλούχους υδατάνθρακες, ενώ μόλις το 24% καλλιεργεί επαρκή ποσότητα λαχανικών.
Η Ευρώπη και η Νότια Αμερική πλησιάζουν περισσότερο στην αυτάρκεια συγκριτικά με άλλες περιοχές. Αντίθετα, μικρά νησιωτικά κράτη, χώρες της Αραβικής Χερσονήσου και χώρες χαμηλού εισοδήματος βασίζονται περισσότερο στις εισαγωγές τροφίμων.
Έξι χώρες – Αφγανιστάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ιράκ, Μακάο, Κατάρ και Υεμένη – δεν παράγουν επαρκείς ποσότητες σε καμία από τις βασικές ομάδες τροφίμων ώστε να θεωρούνται αυτάρκεις.
Αυτάρκεια και παγκόσμιες προκλήσεις εφοδιασμού τροφίμων
«Η χαμηλή αυτάρκεια δεν είναι απαραίτητα αρνητική», δήλωσε ο δρ Jonas Stehl, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Göttingen και πρώτος συγγραφέας της μελέτης, στο BBC Science Focus. «Υπάρχουν βάσιμοι και συχνά ωφέλιμοι λόγοι για τους οποίους μια χώρα μπορεί να μην παράγει το σύνολο των αναγκών της».
Για παράδειγμα, μια χώρα μπορεί να μην διαθέτει αρκετές βροχοπτώσεις, κατάλληλα εδάφη ή σταθερές θερμοκρασίες για την παραγωγή αρκετής τροφής. Ο Stehl σημειώνει ότι μπορεί να είναι πιο οικονομικό να εισάγει κανείς τρόφιμα από περιοχές που ευνοούνται παραγωγικά.
«Ωστόσο», προσθέτει ο Stehl, «η χαμηλή αυτάρκεια μειώνει την ικανότητα μιας χώρας να ανταποκριθεί σε αιφνίδιες παγκόσμιες κρίσεις στον εφοδιασμό τροφίμων, όπως ξηρασίες, πολέμους ή απαγορεύσεις εξαγωγών».
Μεθοδολογία της μελέτης και επίδραση γεωπολιτικών εξελίξεων
Η ερευνητική ομάδα από τα πανεπιστήμια του Göttingen (Γερμανία) και του Εδιμβούργου (Ηνωμένο Βασίλειο), μέτρησε την παραγωγή τροφίμων κάθε χώρας. Στη συνέχεια τη συνέκρινε με τις διατροφικές ανάγκες των πολιτών τους βάσει της διατροφής Livewell του Παγκόσμιου Ταμείου για τη Φύση (WWF).
Η διατροφή Livewell προτείνει ευελιξία στη διατροφή με έμφαση στη μετατόπιση της κατανάλωσης πρωτεΐνης προς τα φυτικά προϊόντα, περισσότερα λαχανικά, όσπρια και δημητριακά ολικής άλεσης και λιγότερα τρόφιμα πλούσια σε λιπαρά, αλάτι ή ζάχαρη.
Συζητήσεις για την αξία της διατροφικής αυτάρκειας φούντωσαν μετά την πανδημία COVID-19 και τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, όταν οι αλυσίδες εφοδιασμού διαταράχθηκαν σοβαρά στις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές.
Ο Stehl επισημαίνει πως η αυξημένη συζήτηση γύρω από την εθνική αυτάρκεια αντανακλά ευρύτερες πολιτικές αλλαγές όπως ο αυξανόμενος εθνικισμός και η επιθυμία για μείωση της εξάρτησης από το εξωτερικό.
«Η ενίσχυση ανθεκτικών αλυσίδων εφοδιασμού τροφίμων είναι επιτακτική για τη δημόσια υγεία», καταλήγει ο Stehl.
