cosmote books logo

Με μια ματιά..

Οι εσωτερικές τριβές στο ΔΝΤ για το ελληνικό πρόγραμμα

Εσωτερικές τριβές στο ΔΝΤ προκαλούν οι χειρισμοί των στελεχών του Ταμείου σχετικά με την ελληνική υπόθεση, όπως αποκαλύπτουν οι New York Times, υπόψη των οποίων περιήλθαν έγγραφα και e-mails που περιλαμβάνονται σε σχετική έρευνα- αξιολόγηση.

Διαβάστε...

FT: Το ΔΝΤ έχει δίκιο για το «κούρεμα» στο ελληνικό χρέος

To Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει δίκαιο, όταν τονίζει ότι η Ελλάδα χρειάζεται ελάφρυνση του χρέους της και μικρότερη δημοσιονομική προσαρμογή, αναφέρουν οι Financial Times σε άρθρο γνώμης τους, με τίτλο: «Το ΔΝΤ πρέπει να μείνει στην ελληνική ομάδα διάσωσης».

«Σε κάποιο χρονικό σημείο, η Γερμανία και η υπόλοιπη Ευρωζώνη πιθανόν να αποφασίσουν ότι θα προτιμούσαν να μην έχουν το ΔΝΤ στο πρόγραμμα διάσωσης, εάν αυτό σημαίνει ότι θα μπορέσουν να αποφύγουν μία μείωση της αξίας του χρέους. Αυτό θα ήταν σοβαρό λάθος», σημειώνει η εφημερίδα, προσθέτοντας: «Αποβάλλοντας τον αγγελιοφόρο, επειδή το μήνυμα δεν αρέσει στην Ευρωζώνη, δεν αποτελεί μία συνετή πορεία δράσης».

Το άρθρο σημειώνει πως τα καλά νέα από τη χθεσινή απόφαση του Eurogroup, ότι η Ελλάδα έχει προχωρήσει αρκετά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να λάβει τη δόση των 2,8 δισ. ευρώ, είναι απίθανο να επαναφέρουν την Ελλάδα σε τροχιά ανάπτυξης, αν δεν ληφθεί μία απόφαση για την ελάφρυνση του χρέους. «Αν και η ελληνική κυβέρνηση τα πήγε καλύτερα από ότι πολλοί σκεπτικιστές φοβόντουσαν μετά την αναστάτωση από το περυσινό δημοψήφισμα και την επανεκλογή του Αλέξη Τσίπρα ως πρωθυπουργού, τα μέτρα που έχει θεσπίσει είναι πολύ απίθανο να κάνουν μία ουσιαστική διαφορά για την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα», σημειώνεται.

Οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις από το ΔΝΤ ότι η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο δημοσιονομικό περιθώριο - και, εάν είναι ανάγκη, ελάφρυνση του χρέους - είναι πιο κατάλληλες για την αντιμετώπιση των άμεσων προτεραιοτήτων της Ελλάδας, εκτιμά η εφημερίδα. «Εάν οι Αρχές της Ευρωζώνης θέλουν να μετατρέψουν τα πρόσφατα εύθραυστα επιτεύγματα της Αθήνας σε ανάπτυξη, θα πρέπει να κοιτάξουν στην πλευρά της ζήτησης της οικονομίας και την αποτελεσματικότητα της παραγωγής της», προσθέτει.

«Το ΔΝΤ έχει δίκαιο. Η Ελλάδα έχει κάνει κάποιες αξιοσημείωτες αλλαγές στην οικονομία της, αν και από μία εξαιρετικά δυσλειτουργική βάση. Ωστόσο, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι γενικά συσταλτικές βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα», σημειώνει το άρθρο, προσθέτοντας ότι «πρέπει να συνοδευθούν από υποστηρικτική δημοσιονομική πολιτική».

Το άρθρο αναφέρει ακόμη: «Όπως το Ταμείο επισημαίνει, η Ελλάδα έχει κάνει ήδη μία τεράστια προσπάθεια για την εξάλειψη του πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από τα διψήφια ποσοστά που ανέρχονταν, μέσα σε έξι χρόνια. Βασίσθηκε, όμως, σε εφάπαξ προσαρμογές και την αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε μία στενή βάση, στρατηγικές που είναι απίθανο να είναι βιώσιμες. Τα σημερινά σχέδια για τη διατήρηση ενός πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ στο πιο μακρινό μέλλον και στη διατήρηση, παρά ταύτα, υψηλών ρυθμών ανάπτυξης για τη μείωση του βάρους του κρατικού χρέους, δεν είναι ρεαλιστικά, όπως λέει το ΔΝΤ. Και ενώ οι αναδιαρθρώσεις έχουν μειώσει ήδη την καθαρή παρούσα αξία του ελληνικού χρέους, παραμένει ακόμη αυτό πολύ υψηλό και μπορεί να περιορίζει την εμπιστοσύνη».

ΑΠΕ- ΜΠΕ

Διαβάστε...

Το εναλλακτικό σενάριο: Αλα καρτ λύση για το χρέος με το ΔΝΤ "εντός παιχνιδιού"

Το πρακτορείο οικονομικών ειδήσεων Bloomber έρχεται στον απόηχο των συναντήσεων που λαμβάνουν χώρα στην Ουάσιγκτον ( ΔΝΤ- Παγκόσμια Τράπεζα) να επισημάνει αυτό στο οποίο συγκλίνουν σχεδόν άπαντες πλην Γερμανών: ότι, δηλαδή, η απόφαση για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα στείλει θετικό σήμα στις αγορές.

Διαβάστε...

Λίγο πιο αισιόδοξη από τον προϋπολογισμό η πρόβλεψη του ΔΝΤ

Την ώρα που βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα (εξαιτίας της εμμονής των Γερμανών να παραπέμπουν στις καλένδες το θέμα του χρέους) η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, το Ταμείο προβλέπει οριακή ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας από φέτος.

Διαβάστε...

Αποκάλυψη του Bloomberg για το χρέος- Μοιραίος άνθρωπος ο Σόϊμπλε

Από το φθινόπωρο του 2014, όταν ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς (αφού είχε πραγματοποιήσει πολιτική στροφή με τον ανασχηματισμό τύπου "λαϊκής Δεξιάς", μετά την ήττα στις ευρωεκλογές του Μαϊου) επιχειρούσε να πείσει για το success story και την έξοδο από το μνημόνιο με την περιθωριοποίηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Αθήνα βρίσκει μπροστά της την απαίτηση των Γερμανών να παραμείνει το Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα.

Δύο χρόνια και δύο εκλογικές αναμετρήσεις μετά η προσπάθεια της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα πια βρίσκεται ακόμα εγκλωβισμένη στον λαβύρινθο της εμμονικής στάσης του Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε αλλά, πλέον, και στον πολιτικό κύκλο των εσωτερικών γερμανικών εξελίξεων.

Η κυβέρνηση του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών- Σοσιαλδημοκρατών έλαβε τη συναίνεση της Γερμανικής Βουλής για την συμμετοχή στο πρόγραμμα του τρίτου μνημονίου υπό την αυστηρή προϋπόθεση πως το ΔΝΤ θα είναι "εντός προγράμματος". Το ίδιο συνέβη και με άλλα κοινοβούλια χωρών του γερμανικού "αστερισμού".

Όμως, το Ταμείο θέτει αυστηρές προϋποθέσεις, η σοβαρότερη, ίσως, των οποίων είναι η άμεση ενεργοποίηση σχεδίου για την απομείωση του ελληνικού χρέους. Στο σημείο αυτό, άλλωστε, συμπίπτουν οι στρατηγικές της Ουάσιγκτον και της Αθήνας.

Σε ένα χρόνο από σήμερα, ωστόσο, η Γερμανία θα βρεθεί στις κρισιμότερες κάλπες της σύγχρονης ιστορίας της. Η ραγδαία πτώση των ποσοστών του CDU, η κατακρήμνιση της δημοτικότητας της Άγκελα Μέρκελ, οι πιέσεις για το προσφυγικό και η εκρηκτική άνοδος του ξενοφοβικού AfD αναγκάζουν τον "σκληρό" Σόϊμπλε να αναπροσαρμόσει την τακτική του. "Καμία συζήτηση για το ελληνικό χρέος", λέει, μία αναφορά που απευθύνεται στα ώτα εκείνων που επί χρόνια έχουν χειραγωγηθεί -από τον ίδιο τον Γερμανό υπ. Οικονομικών- πως αφενός δεν τίθεται θέμα βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, αφετέρου πως "οι Γερμανοί δεν θα δώσουν από την τσέπη τους ούτε ένα ευρώ στους Έλληνες".

Υπάρχουν, όμως, πια πρόσθετοι λόγοι που οδηγούν τον Σόϊμπλε να κρατά αποστάσεις ακόμα και από την μίνιμουμ λύση για το χρέος που είχε αποφασίσει το Eurogroup του 2012, επί κυβέρνησης Σαμαρά. Η κρίση χρέους δεν είναι πια -αν και ουδέποτε ήταν- ελληνικό πρόβλημα.

Μεγαλύτερες ή ισοδύναμες με την Ελλάδα χώρες (Ιταλία, Βέλγιο, Πορτογαλία, ακόμα και η Γαλλία) αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα. Το χρέος είναι πια μια ευρωπαϊκή υπόθεση, ενώ ταυτόχρονα η Ευρωζώνη ταλανίζεται από ένα υπόκωφο αλλά θηριωδών διαστάσεων πρόβλημα που αφορά τις τράπεζες. Στην Ιταλία ο Ματέο Ρέντσι απέφυγε προσώρας το bail-in αλλά η κατακρήμνιση της Deutsche Bank (με αφορμή το πρόστιμο των 13 ή 5,4 δις που απειλούν να της επιβάλλουν οι ΗΠΑ για την τραπεζική "κομπίνα" με τις τιτλοποιήσεις ενυπόθηκων δανείων) δημιουργεί νέες συνθήκες.

Ο Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε κρύβει τα σκουπίδια κάτω από το χαλί, αναγκάζοντας ολόκληρη την Ευρώπη αλλά, εν προκειμένω το ελληνικό πρόγραμμα, να υποταχθούν στον εσωτερικό πολιτικό κύκλο της Γερμανίας (κάτι που παλαιότερα κατηγορούσαν ότι συνέβαινε στην Ελλάδα).

Γερμανικό βέτο

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές που έχουν άμεση γνώση των διαπραγματεύσεων, όπως αναφέρει η i-efimerida.gr, η ελληνική πλευρά επιχείρησε να ανοίξει το θέμα του χρέους στο προηγούμενο Euroworking Group αλλά η προσπάθεια στέφθηκε από αποτυχία, καθώς ο εκπρόσωπος του Β. Σόιμπλε απάντησε ότι τέτοιου είδους συζήτηση δεν προβλέπεται από την απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαίου πριν από την ολοκλήρωση του Προγράμματος- ήτοι πριν από το 2018- και σε κάθε περίπτωση όχι χωρίς να κριθεί αναγκαίο (if needed) να ληφθούν τέτοιου είδους μέτρα. «Για να γίνει τέτοια συζήτηση, θα πρέπει να αλλάξει η απόφαση του Eurogroup», φέρεται να είπε χαρακτηριστικά.

Θα διακινδυνεύσει ο Σόϊμπλε μια άρνηση του ΔΝΤ να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα; Και πως θα δικαιολογήσει κάτι τέτοιο στην εσωτερική πολιτική σκηνή; Ο Γερμανός υπουργός ίσως σκέπτεται, πλέον, πως μία υπαναχώρησή του ως προς τη συμμετοχή του Ταμείου είναι μικρότερο, πλέον, πρόβλημα από όλα τα άλλα που ως μαύρα σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό του Βερολίνου.

Οι χθεσινές δηλώσεις Ευρωπαίου αξιωματούχου στο Bloomberg, περί αποχής του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα ως τις γερμανικές εκλογές του επόμενου Φθινοπώρου, δεν προκαλούν έκπληξη, ούτε μπορούν να θεωρηθούν ως κεραυνός εν αιθρία, καθώς στην πραγματικότητα στα κέντρα αποφάσεων στην Ευρώπη έχουν ξεκινήσει εδώ και καιρό να δουλεύουν πάνω στο σενάριο της αποχώρησης ή της μη χρηματοδοτικής συμμετοχής του Ταμείου. «Θα προχωρήσουμε έτσι κι αλλιώς» αναφέρουν στο iefimerida ευρωπαϊκές πηγές, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει δυσκολία παρακολούθησης των υπολογισμών που κάνουν οι τεχνοκράτες του Ταμείου ειδικά στο θέμα του Χρέους, «φωτογραφίζοντας» έτσι τις χαώδεις διαφορές στις εκτιμήσεις για τις προοπτικές ανάπτυξης, το ύψος των επιτοκίων και τα προσδοκώμενα πρωτογενή πλεονάσματα σε βάθος χρόνου.

'Ομως, για την Αθήνα τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους είναι η ζητούμενη "μεγάλη αφετηρία". Πάνω σε αυτά ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να οικοδομήσει πολιτικά το αφήγημα περί εξόδου από την κρίση, αναμφισβήτητα κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα ισχυρό σήμα προς διεθνείς επενδυτές και θα διευκόλυνε την αναζήτηση ελεγχόμενου δανεισμού από τις αγορές μέσα στο 2017.

Στα 74 του ο Σόϊμπλε- αλλά όχι μόνο αυτός- αποφασίζει να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο το ελληνικό πρόγραμμα (το οποίο άπαντες έχουν ομολογήσει πως εικονικά μόνο "βγαίνει" αλλά, επί της ουσίας, οδηγεί σε μία άνευ προηγουμένου φορολογική εξόντωση τον ελληνικό πληθυσμό) αλλά τις ισορροπίες σε μια Ευρώπη που αποσταθεροποιείται σε πολλά επίπεδα.

Ο πολιτικός από τη Βάδη- Βυρτεμβέργη δεν κρύβει ούτε καν τις φιλοδοξίες του να περάσει ακόμα και το κατώφλι της Καγκελαρίας, ωστόσο αναδεικνύεται για ακόμα μία φορά στον "μοιραίο άνθρωπο"... 

 

 

Ισχυρό σοκ προκαλεί δημοσίευμα του Bloomberg που φιλοξενεί δήλωση Ευρωπαίου αξιωματούχου σύμφωνα με τον οποίο το ΔΝΤ «μπορεί να μην συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα πριν τις γερμανικές εκλογές», δηλαδή πριν τον Σεπτέμβριο του 2017.

Και όχι μόνο αυτό αλλά ο ίδιος αξιωματούχος, χαρακτήρισε ως «απίθανο» το ενδεχόμενο να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα φέτος.

Τούτο σημαίνει ότι το ΔΝΤ κατανόησε το μήνυμα του Βερολίνου ότι δεν θα υπάρξει ελάφρυνση του χρέους της Ελλάδας μέχρι το τέλος του χρόνου. Ενα χρέος το οποίο το ΔΝΤ θεωρεί ότι δεν είναι βιώσιμο– όπως επανέλαβε και πριν λίγες ημέρες στην έκθεση-φωτιά που άφησε πίσω της η Ντέλια Βελκουλέσκου, αποχωρώντας από την Αθήνα την περασμένη Παρασκευή. Το Ταμείο επιμένει, αλλά βλέπει ότι επιμένει και το Βερολίνο καθώς ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πριν λίγες ημέρες δήλωνε ότι το θέμα του ελληνικού χρέους θα συζητηθεί μετά το 2018. Ως εκ τούτου όλα «παγώνουν».

Η μη συμμετοχή του ΔΝΤ σημαίνει ότι το Ταμείο δεν θα συμμετάσχει στη χρηματοδότηση της Ελλάδας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ελληνικό πρόγραμμα και την πιθανότητα εκτροχιασμού του. Παράλληλα, μια τέτοια εξέλιξη δυσχεραίνει πολιτικά τους χειρισμούς της κυβέρνησης η οποία, διά στόματος του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, αισιοδοξούσε πως το θέμα του χρέους θα λυθεί ως το τέλος του 2016.

Πάντως, ο ίδιος, ανώνυμος, αξιωματούχος υποστηρίζει στο Bloomberg ότι η Ελλάδα δεν θα έχει πρόβλημα ρευστότητας τουλάχιστον τον Οκτώβριο, ακόμη και εάν δεν λάβει την υποδόση των 2,8 δισ. ευρώ.

Ευρωπαίος αξιωματούχος επίσης, ενημερώνοντας τους δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες, αναφερόμενος στην εξέλιξη των συζητήσεων για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, σημείωσε πως δεν θα τεθεί επί τάπητος στο επικείμενο Eurogroup, καθώς είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το τέλος της δεύτερης αξιολόγησης, η οποία δεν έχει ξεκινήσει ακόμα.

Εάν ωστόσο ολοκληρωθεί θετικά η πρώτη αξιολόγηση, την επόμενη Δευτέρα, οι εκπρόσωποι των θεσμών θα μεταβούν στην Αθήνα την εβδομάδα μετά το Eurogroup για να ξεκινήσουν τις συζητήσεις για τη δεύτερη αξιολόγηση. Τύποις η δεύτερη αξιολόγηση ξεκινά 17 Οκτωβρίου και το «καλό σενάριο» θέλει να έχουν τελειώσει όλα – και η αξιολόγηση και οι αποφάσεις για το χρέος – μέχρι το τέλος του χρόνου.

Πάντως, κυβερνητικές πηγές στην Αθήνα ανέφεραν καθησυχαστικά ότι δεν υπάρχει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και πως όλα θα κινηθούν με τον ορθό τρόπο.

iefimerida.gr

Διαβάστε...

Η έκθεση του ΔΝΤ: Τι ζητά για συντάξεις, μισθούς, φορολογία επιχειρήσεων και χρέος

Ήγγικεν η κρίσιμη ώρα να αξιολογηθεί ουσιαστικά με τρόπο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό εάν η Αθήνα πρέπει ή όχι να συναινέσει στην ουσιαστική συμμετοχή ή όχι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο πρόγραμμα. Ως γνωστόν, η Ν.Δ αλλά και ως ένα βαθμό και η κυβέρνηση, συναινούντος και του επικεφαλής της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα εφάπτονται με το Ταμείο ως προς την ανάγκη μικρότερων πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018. Ιδέα που απορρίπτει μετά βδελυγμίας ο Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε και αρνείται προσώρας να συζητήσει και το κατεστημένο των Βρυξελλών. Η κυβέρνηση "φλερτάρει" με την ιδέα αυτή του Ταμείου, όπως και με την πίεση που αυτό ασκεί για την ελάφρυνση του χρέους.

Όμως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις. Την ώρα που το Ταμείο ζητά τα παραπάνω απαιτεί και περαιτέρω μείση των συντάξεων καθώς και μια σειρά μέτρων που καταργούν ότι απόμεινε από το κοινωνικό κράτος. Το ερώτημα τείνει να αναχθεί στο Αμλετικό "Να ζει κανείς ή να μην ζει" και κατά παράφραση να γίνει "Με το ΔΝΤ ή χωρίς το ΔΝΤ;".

Το ερώτημα δεν έχει εύκολη απάντηση αφού εάν διαβάσει κανείς της έκθεση- πρόταση της Ντέλιας Βελκουλέσκου μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου της πορείας υλοποίησης του τρίτου μνημονίου, το ΔΝΤ εισηγείται αρκετά θετικά πράγματα, την ίδια ώρα που απαιτεί τη συνέχιση του κοινωνικού Αρμαγεδδώνα μέχρι τελικής πτώσεως...

Η έκθεση- βόμβα του ΔΝΤ

Επιπλέον μείωση των σημερινών συντάξεων, αλλά και νέα μείωση του αφορολόγητου "προτείνει" η επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων του ΔΝΤ Ντέλια Βελκουλέσκου σε σημερινή της τηλεδιάσκεψη με αφορμή την ολοκλήρωση του ελέγχου της Ελληνικής οικονομία στη βάση του άρθρου 4 του καταστατικού του Ταμείου στην Αθήνα και την σχετική έκθεση που δημοσίευσε.

Επιπλέον μείωση των σημερινών συντάξεων, αλλά και νέα μείωση του αφορολόγητου "προτείνει" η επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων του ΔΝΤ Ντέλια Βελκουλέσκου σε σημερινή της τηλεδιάσκεψη με αφορμή την ολοκλήρωση του ελέγχου της Ελληνικής οικονομία στη βάση του άρθρου 4 του καταστατικού του Ταμείου στην Αθήνα και την σχετική έκθεση που δημοσίευσε.

Αξίζει να σημειωθεί όμως πως το Ταμείο αναγνωρίζει ότι υπό το φως της εντυπωσιακής δημοσιονομικής εξυγίανσης που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα, δεν χρειάζεται περαιτέρω προσαρμογή. Εξάλλου, η επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΔΝΤ Ντέλια Βελκουλέσκου στη διάρκεια τηλεδιάσκεψης, απαντώντας σε ερωτήσεις εκτίμησε ότι η ελληνική οικονομία θα αρχίσει ν΄ανακάμπτει από την επόμενη χρονιά.


Η κυρία Βελκουλέσκου επέμεινε πάντως ότι παρά τη μεταρρύθμιση τα προβλήματα στο συνταξιοδοτικό παραμένουν, εκτιμώντας παράλληλα ότι πρέπει να μειωθεί ο φορολογικός συντελεστής ώστε να δημιουργηθεί περιθώριο για επενδύσεις και ανάπτυξη στην Ελλάδα, μέσα από μεγέθυνση της φορολογικής βάσης καθώς όπως είπε ένας στους δύο δεν πληρώνει φόρους.

Όπως είπε η διεύρυνση της φορολογικής βάσης θα επιτευχθεί και μέσω της μείωσης του αφορολόγητου αλλά και της κατάργησης των εξαιρέσεων που υπάρχουν για παράδειγμα για τους αυτοαπασχολούμενους.

VELCULESCU

Τάχθηκε υπέρ ρυθμίσεων στην πληρωμή φορολογικών υποχρεώσεων ανάλογα με τις πραγματικές όμως δυνατότητες και κατά περίπτωση και είπε ότι δεν προτείνει οριζόντιες ρυθμίσεις σε ερώτημα για τις 100 δόσεις.

Αναφορικά με τις αποφάσεις για το χρέος από το Eurogroup είπε ότι είναι καλοδεχούμενες, δείχνουν ότι οι εκπρόσωποι της ΕΕ επιθυμούν μία σειρά από μέτρα για την Ελλάδα.

Ωστόσο εξέφρασε τις επιφυλάξεις της καθώς όπως εξήγησε κάποια από τα μέτρα είναι μετρήσιμα, και αλλά δεν είναι επαρκώς υπολογισμένα και έχουν ασάφειες. Και γι αυτό, επισήμανε, συνεχίζουμε τις συζητήσεις γιατί θέλουμε να διασφαλιστεί ότι θα υπάρχει βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Ξεκαθάρισε ωστόσο ότι η ελάφρυνση του χρέους είναι αναγκαία για να ανακτήσει την επαφή η Ελλάδα με τις αγορές.

Είπε ότι η Ευρώπη έχει κάνει πολλά για την Ελλάδα με το πρόγραμμα αλλά πρέπει τώρα να παράσχει βοήθεια και με πρόσθετη μείωση χρέους. Εκτίμησε ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη θα έρθει το 2017.

Ταυτόχρονα ζήτησε επιτάχυνση των παρεμβάσεων στα κόκκινα δάνεια, αλλά και κατάργηση των κεφαλαιακών ελέγχων το συντομότερο δυνατό, μέσα από ένα πλέγμα οροσήμων που θα είναι συνάρτηση της βελτίωσης στο οικονομικό κλίμα και της υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων.

Έθεσε θέμα όχι τόσο μείωσης των μισθών για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα αλλά άλλων πλευρών του κόστους εργασίας που δεν έχουν βελτιωθεί ανάλογα και που θα πρέπει να επιταχυνθούν.

Από την πλευρά του ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος με αφορμή την ολοκλήρωση των επαφών της κυβέρνησης με το κλιμάκιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αναφορικά με την κατάρτιση της έκθεσης για την ελληνική οικονομία, βάσει του άρθρου 4 του καταστατικού του, σχετικά με το περιεχόμενο του προκαταρκτικού πορίσματος:

Διαβάστε το σημείωμα της Ντέλιας Βελκουλέσκου με τις θέσεις του Ταμείου

1. Η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην άμβλυνση
των μακροοικονομικών ανισορροπιών της, όμως η ανάπτυξη δεν έχει επιτευχθεί
ακόμη και οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Τα τελευταία έξι χρόνια, η Ελλάδα έχει καταφέρει να
μειώσει τα ελλείμματα του πρωτογενούς δημοσιονομικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου
τρεχουσών συναλλαγών από διψήφιους αριθμούς σχεδόν σε μηδενικά επίπεδα. Αυτή είναι
μια εντυπωσιακή προσαρμογή για μια χώρα που ανήκει σε μια νομισματική ένωση όπου οι
μοχλεύσεις πολιτικής είναι περιορισμένες. Η αρχική δημοσιονομική προσαρμογή
βασίζονταν σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε
μεμονωμένες πολιτικές και σε πολιτικές ad hoc που δεν είναι βιώσιμες, γεγονός που
έχει αρνητικές επιπτώσεις στην αξιοπιστία των σχετικών πολιτικών.
Οι επαναλαμβανόμενες πολιτικές κρίσεις και οι κλονισμοί στην εμπιστοσύνη σχετικά με την
αδυναμία διατήρησης της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας είχε μεγάλο κοινωνικό κόστος,
με μείωση της παραγωγικής απόδοσης κατά 25 τοις εκατό η οποία βρίσκεται ακόμη σε
στασιμότητα, και με ποσοστά ανεργίας και φτώχειας που παραμένουν κατά πολύ
υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την κρίση. Κοιτάζοντας προς τα εμπρός, οι
προοπτικές ανάπτυξης παραμένουν ασθενικές και υπόκεινται σε υψηλούς καθοδικούς
κινδύνους, ενώ η ανεργία αναμένεται να παραμείνει σε διψήφια ποσοστά μέχρι τα μέσα
του αιώνα.
2. Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει βαθιές μεταρρυθμίσεις σε ζωτικούς τομείς ώστε να
ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας και να ευημερήσει μέσα στη
νομισματική ένωση χωρίς μακροπρόθεσμη υποστήριξη από τους Ευρωπαίους
εταίρους της. Στο πλαίσιο του νέου προγράμματος προσαρμογής της, οι Αρχές έθεσαν τα
θεμέλια για να στυλώσουν τα δημόσια οικονομικά και για να ενισχύσουν την ανάπτυξη.
Όμως, απαιτείται ακόμη σημαντική εμβάθυνση και επιτάχυνση των ρυθμών εφαρμογής
των μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση των τεσσάρων σημαντικών διαρθρωτικών
προβλημάτων που εμποδίζουν την ανάκαμψη και που ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για
τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη:
(i) η ευάλωτη δομή των δημόσιων οικονομικών που προκύπτει από
οικονομικά δυσβάστακτες συνταξιοδοτικές δαπάνες οι οποίες χρηματοδοτούνται από
υψηλούς φορολογικούς συντελεστές σε περιορισμένες φορολογικές βάσεις, και από
μια επιδείνωση στην κουλτούρα πραγματοποίησης πληρωμών, (ii)
προβληματικοί ισολογισμοί τραπεζών και του ιδιωτικού τομέα, (iii) διάχυτα διαρθρωτικά
εμπόδια για επενδύσεις και ανάπτυξη, (iv) ένα δημόσιο χρέος που παραμένει μη
βιώσιμο παρά τη μεγάλη ελάφρυνση του χρέους που έχει γίνει. Για την
αποφασιστική αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, είναι ουσιαστικής σημασίας να
επιτευχθεί ένα καλύτερο και πιο ασφαλές βιοτικό επίπεδο.
3. Όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, η δομή του προϋπολογισμού πρέπει να
βελτιωθεί με μια εξισορρόπηση του μίγματος πολιτικών, προς πολιτικές που είναι
πιο φιλικές προς την ανάπτυξη. Υπό το φως της εντυπωσιακής δημοσιονομικής
εξυγίανσης μέχρι σήμερα – ιδιαίτερα με το πλέον πρόσφατο δημοσιονομικό πακέτο που
ψηφίστηκε στο διάστημα 2015-2016 – η Ελλάδα δεν χρειάζεται περαιτέρω προσαρμογή
για την επίτευξη και τη διατήρηση άνευ προηγουμένου πρωτογενών πλεονασμάτων, τα
οποία δεν θα ήταν μόνο επιβλαβή για την ανάπτυξη, αλλά και τα οποία είναι δύσκολο να
διατηρηθούν ενόψει των πιθανών πιέσεων λόγω της επίμονα υψηλής ανεργίας. Όμως, η
σύνθεση της προσαρμογής, η οποία βασίστηκε στην αύξηση της φορολογίας σε
περιορισμένες φορολογικές βάσεις, προσθέτει σημαντικούς κινδύνους στον
προϋπολογισμό και αποθαρρύνει τις επενδύσεις και την απασχόληση. Οι δαπάνες
παραμένουν υπέρμετρα εστιασμένες σε δυσβάσταχτα υψηλές συντάξεις που παρέχονται
στους υπάρχοντες συνταξιούχους, γεγονός που αποκλείει τις απαραίτητες κοινωνικές
δαπάνες για την προστασία των ευάλωτων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων και των
ανέργων. Επίσης, ουσιαστικές δημόσιες υπηρεσίες έχουν υποστεί μεγάλες περικοπές,
γεγονός που αποδεικνύεται από την έλλειψη συρίγγων στα νοσοκομεία και την
ακινητοποίηση δημόσιων λεωφορείων λόγω έλλειψης ανταλλακτικών. Είναι λοιπόν
ουσιαστικής σημασίας να υπάρξει μια δημοσιονομικά-ουδέτερη εξισορρόπηση
πολιτικών μεσοπρόθεσμα με χαμηλότερες συντάξεις και με μια πιο δίκαιη κατανομή
του φορολογικού βάρους, ώστε ο δημόσιο τομέας να μπορέσει να παράσχει
επαρκείς υπηρεσίες και κοινωνική βοήθεια σε ευάλωτες ομάδες, με την παράλληλη
δημιουργία των συνθηκών για επενδύσεις και ανάπτυξη. Συμπληρωματικές
μεταρρυθμίσεις που είναι σε εξέλιξη για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και την
διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, χρειάζεται να συνεχιστούν με αποφασιστικότητα.
Στο μέλλον, οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν σε δύο σημαντικούς τομείς:
* Κοινωνικές δαπάνες: Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό έχουν σαν στόχο
να περικόψουν τις δαπάνες κατά 1% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμη βάση. Αυτό είναι ένα
καλοδεχούμενο και σίγουρα ένα δύσκολο πολιτικά μέτρο στις τρέχουσες συνθήκες. Όμως,
δεν έχει την έκταση που χρειάζεται επειδή το έλλειμα του συνταξιοδοτικού συστήματος
βρίσκεται στο μη βιώσιμο επίπεδο του περίπου 10 τοις εκατό του ΑΕΠ (σε σύγκριση με τον
μέσο όρο του 2½ τοις εκατό στη ζώνη του ευρώ). Το μέγεθος του προβλήματος είναι τέτοιο
που η τρέχουσα πολιτική, που κυρίως προστατεύει τους υπάρχοντες συνταξιούχους ενώ
βασίζεται σε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές και σε χαμηλότερες αναμενόμενες
συντάξεις για τους σημερινούς εργαζόμενους, δεν συνάδει με τη βιώσιμη ανάπτυξη και θα
καταστεί μη βιώσιμη για λόγους ισότητας μεταξύ των γενεών. Προκειμένου να
δημιουργηθεί χώρος για απαραίτητες κοινωνικές δαπάνες που θα προστατεύουν
τις ευάλωτες ομάδες και θα παρέχουν απαραίτητες δημόσιες υπηρεσίες, , είναι απαραίτητη
μια περαιτέρω μείωση των τρεχουσών συντάξεων, και αυτό μπορεί να γίνει με
το ξεπάγωμα των σημερινών συντάξεων και με την εφαρμογή του νέου
μαθηματικού τύπου για τις παροχές. Πρέπει να αποφευχθούν οι περαιτέρω οριζόντιες
διακριτικές περικοπές δαπανών, είτε αυτόματες, είτε όχι, γιατί δεν βοηθούν την ανάπτυξη
και δεν είναι βιώσιμες.
* Φορολογικές πολιτικές: Η νέα μεταρρύθμιση στη φορολογία του εισοδήματος βοήθησε
στην εναρμόνιση των φορολογικών συντελεστών και δημιούργησε περαιτέρω
δημοσιονομικές εξοικονομήσεις, ενώ η μεταρρύθμιση στον ΦΠΑ απλοποίησε το σύστημα.
Όμως, οι μεταρρυθμίσεις βασίζονται κατά πολύ στην αύξηση των φορολογικών
συντελεστών, η οποία δημιουργεί αντικίνητρα στην
εργασία στην επίσημη οικονομία. Επιπλέον, η μεταρρύθμιση στη φορολογία του
εισοδήματος δεν έχει αντιμετωπίσει τις πολύ γενναιόδωρες φορολογικές απαλλαγές στην
Ελλάδα, οι οποίες επιτρέπουν πάνω από τους μισούς μισθωτούς να εξαιρούνται από τη
φορολογία του εισοδήματος (σε σύγκριση με το 8 τοις εκατό της Ευρωζώνης). Αυτές οι
εξαιρετικά γενναιόδωρες απαλλαγές για τη μεσαία τάξη δύσκολα δικαιολογούνται με
επιχειρήματα κοινωνικής δικαιοσύνης γιατί δεν παρέχουν τα έσοδα που απαιτούνται για
την προστασία των πλέον ευάλωτων με παροχές πρόνοιας και ανεργίας που είναι
συνηθισμένες σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, οι Αρχές πρέπει να
μειώσουν τους φορολογικούς συντελεστές (και τους συντελεστές των ασφαλιστικών
εισφορών), να μειώσουν τις γενναιόδωρες απαλλαγές στη φορολογία του εισοδήματος, και
να εξαλείψουν τις υπόλοιπες φορολογικές απαλλαγές που ωφελούν τους πλουσίους. Αυτή
η πολιτική μπορεί να έχει σαν τελικό αποτέλεσμα την πιο δίκαιη κατανομή των
φορολογικών βαρών.
4. Για τη στήριξη της στρατηγικής δημοσιονομικής εξισορρόπησης, οι Αρχές πρέπει
να στείλουν ένα ισχυρό μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανέχεται τη
φοροδιαφυγή /εισφοροδιαφυγή. Η πολιτική της επαναλαμβανόμενης αύξησης των ήδη
υψηλών φορολογικών συντελεστών έχει δημιουργήσει μια πληθώρα προγραμμάτων
τμηματικών και αναβαλλόμενων καταβολών (έχουν δρομολογηθεί πάνω από 60 σχετικά
προγράμματα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης από το 2001). Η συχνότητά τους και
η αδυναμία εφαρμογής τους δείχνουν ότι αναπόφευκτα θεωρούνται σαν ντε φάκτο
συγχώρεση φορολογικών χρεών. Αυτό φαίνεται στην πολύ γρήγορη συσσώρευση
φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών (70 τοις εκατό του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό
στην Ευρωζώνη, που οφείλονται από τους μισούς φορολογούμενους). Είναι
επίσης αποτέλεσμα της φθίνουσας πορείας των ποσοστών στις φορολογικές εισπράξεις
(το ποσοστό των ετήσιων προσδιορισμών φόρου που εισπράττεται), οι οποίες έχουν πέσει
χαμηλότερα από ένα ήδη χαμηλό επίπεδο περίπου 75 τοις εκατό που ήταν 2010, σε
λιγότερο από 50 τοις εκατό σήμερα, παρά την άνευ προηγουμένου διεθνή τεχνική βοήθεια.
Η φοροδιαφυγή των πλουσίων και των αυτοαπασχολούμενων και μια αναποτελεσματική
και πολιτικοποιημένη φορολογική διοίκηση έχουν συνεισφέρει στο πρόβλημα, ασκώντας
περιττές πιέσεις στον προϋπολογισμό και οδηγώντας σε μια άνιση κατανομή των
φορολογικών βαρών. Είναι λοιπόν ζωτικής σημασίας οι Αρχές να απέχουν από το να
υιοθετούν περαιτέρω προγράμματα τμηματικών πληρωμών. Αντ’ αυτού, πρέπει να
δρομολογήσουν ειδικές και διατηρήσιμες αναδιαρθρωτικές λύσεις για βιώσιμους οφειλέτες
σύμφωνα με τις δυνατότητές τους για την καταβολή πληρωμών, να επικεντρώσουν τους
ελέγχους σε μεγάλους φορολογούμενους και σε φορολογούμενους υψηλού πλούτου, και
να συνεχίσουν να ενισχύσουν τη χρήση εργαλείων επιβολής εναντίον εκείνων που
μπορούν να πληρώσουν αλλά δεν το κάνουν. Η υλοποίηση του
προσφάτως νομοθετημένου ανεξάρτητου φορέα εσόδων, ο οποίος είναι πλήρως
προστατευμένος από πολιτικές επιρροές, θα είναι ζωτικής σημασίας στην προσπάθεια
αυτή.
5. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια πρέπει να μειωθούν δραστικά ώστε
να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την επανάληψη χορήγησης πίστωσης
στην οικονομία. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούν πλέον σχεδόν το 50%
των συνολικών δανείων, που είναι το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη. Αυτό
δεν αντανακλά μόνο τις επιπτώσεις της οικονομικής δυσπραγίας στη δυνατότητα των
ανθρώπων και των επιχειρήσεων να κάνουν πληρωμές, αντανακλά επίσης μια αδύναμη
κουλτούρα πραγματοποίησης πληρωμών. Η παραδοχή ότι οι τράπεζες μπορούν να
ξεπεράσουν το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν ευσταθεί, επειδή σε
τελευταία ανάλυση η ανάπτυξη βασίζεται στη χορήγηση δανείων σε δυναμικές
επιχειρήσεις, πράγμα που περιορίζεται αν, αντ’ αυτού, οι τράπεζες στηρίζουν μη
παραγωγικές και υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Είναι λοιπόν ζωτικής σημασίας να
δρομολογηθούν πολιτικές που στηρίζουν ένα γρήγορο καθάρισμα των τραπεζικών
ισολογισμών, ώστε να επιτευχθεί μια επιτυχής ανάκαμψη. Αυτό απαιτεί την επέκταση
πρόσφατων προσπαθειών για την περαιτέρω ενίσχυση και την πλήρη εφαρμογή νομικών
μέσων για την αναδιάρθρωση χρεών για την αποκατάσταση της κουλτούρας
πραγματοποίησης πληρωμών, και για την παροχή κινήτρων για δανειζόμενους και
πιστωτές ώστε να δοθεί λύση στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Οι εποπτικές Αρχές πρέπει
επίσης να συνεχίσουν να ενισχύουν τα κίνητρα στις τράπεζες ώστε να θέσουν φιλόδοξους
στόχους για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και για να υλοποιούν
στρατηγικές που δίνουν προτεραιότητα σε βιώσιμα μέτρα αναδιάρθρωσης και στην
πώληση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η εξασφάλιση επαρκούς τραπεζικού κεφαλαίου
είναι σημαντικής σημασίας ώστε να επιτραπεί η γρήγορη μείωση των
μη εξυπηρετούμενων δανείων, ακόμη και με κάποιο κόστος.
6. Ταυτόχρονα, οι συνθήκες καταβολής πληρωμών πρέπει να εξομαλυνθούν και
πρέπει να ενισχυθεί η τραπεζική διακυβέρνηση. Οι περιορισμοί στις πληρωμές και οι
κεφαλαιακοί έλεγχοι παραμένουν σε ισχύ θέτοντας εμπόδια στη δημιουργία εμπιστοσύνης
και στην επιστροφή της ρευστότητας που είναι τόσο αναγκαία για την οικονομία. Οι Αρχές
πρέπει να ελαφρύνουν τους ελέγχους γρήγορα και προβλέψιμα – χρησιμοποιώντας έναν
οδικό χάρτη που βασίζεται σε ορόσημα- με την παράλληλη διατήρηση
της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Επιπρόσθετα, επιμένουσες
ανησυχίες διακυβέρνησης που σχετίζονται με την μακρά παράδοση των στενών
σχέσεων μεταξύ τραπεζών, κράτους και ισχυρών συμφερόντων, δημιουργούν
μια αναποτελεσματική κατανομή πόρων σε πρόσωπα που είναι καλά
διασυνδεδεμένα αλλά μη παραγωγικά. Οι Αρχές πρέπει να επανεξετάσουν τα πρόσφατα
νομοθετικά μέτρα για την ενίσχυση της διακυβέρνησης αποκόπτοντας τους δεσμούς
μεταξύ τραπεζών και του πολιτικού συστήματος σε συστημικές και μη
συστημικές τράπεζες, και βελτιώνοντας τα πρότυπα για τη διοίκηση των
τραπεζών εκμεταλλευόμενες τη διεθνή εμπειρία. Αν αναμένεται ότι οι δημόσιες
αναπτυξιακές τράπεζες θα δημιουργήσουν ανάπτυξη από μόνες τους αυτό μπορεί να
οδηγήσει στην αναποτελεσματική κατανομή πόρων και τελικά σε υψηλό κόστος για
τους φορολογούμενους.
7. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να επιταχυνθούν και να προωθήσουν την
ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Παρά τις διαδοχικές προσπάθειες για την
αντιμετώπιση των ασθενών θεσμών της, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να ανακτήσει την
ανταγωνιστικότητά της και η αύξηση της παραγωγικότητας της βρίσκεται ανάμεσα στις
χαμηλότερες στην ευρωζώνη, οι επενδύσεις έχουν μειωθεί σχεδόν κατά 60 τοις εκατό, και
οι εξαγωγές είναι μειωμένες σε σύγκριση με άλλες σχετικές χώρες. Οι μεταρρυθμίσεις του
2011 στην αγορά εργασίας, στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τον κατώτατο μισθό
ήταν σημαντικά βήματα μπροστά όπως και φαίνεται στην επακόλουθη
και αξιοσημείωτη βελτίωση του εργατικού κόστους. Όμως, λόγω της μη εφαρμογής
των μεταρρυθμίσεων στην αγορά των προϊόντων, το βάρος της προσαρμογής
έπεσε κυρίως στους μισθωτούς. Η αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις στην αγορά
εργασίας είναι λοιπόν κατανοητή. Όμως, θα ήταν σφάλμα να συμπεράνουμε ότι
οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας πρέπει να αντιστραφούν γιατί αυτό θα έθετε σε
κίνδυνο τα δυνητικά οφέλη για τις επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.
Αντ’ αυτού, οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να συμπληρωθούν με πιο φιλόδοξες προσπάθειες
για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που είναι σε εξέλιξη για το πλήρες άνοιγμα των
υπόλοιπων κλειστών επαγγελμάτων, για τη δημιουργία ανταγωνισμού, και τη διευκόλυνση
παροχής αδειών για επενδύσεις και για ιδιωτικοποιήσεις, καθώς και με μέτρα για την
ευθυγράμμιση των πλαισίων της Ελλάδας για τις συλλογικές απολύσεις και την συλλογική
δράση με διεθνείς βέλτιστες πρακτικές.
8. Ακόμη και με την πλήρη εφαρμογή αυτού του απαιτητικού προγράμματος
πολιτικών, η Ελλάδα χρειάζεται σημαντική ελάφρυνση του χρέους που βασίζεται σε
αξιόπιστους δημοσιονομικούς και αναπτυξιακούς στόχους. Παρά την πολύ
γενναιόδωρη ελάφρυνση του χρέους από ιδιωτικούς και δημόσιους πιστωτές, το χρέος
συνέχισε να αυξάνεται φτάνοντας σε μη βιώσιμα όρια. Αυτό αντανακλά τις σημαντικές
ελλείψεις ανάμεσα στα οικονομικά αποτελέσματα και τους φιλόδοξους στόχους της
Ελλάδας στα προηγούμενα προγράμματα προσαρμογής της. Οι τρέχοντες στόχοι των
Αρχών παραμένουν μη ρεαλιστικοί γιατί υποθέτουν ότι η Ελλάδα θα πετύχει και θα
διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3½ τοις εκατό του ΑΕΠ για πολλές
δεκαετίες -παρά τα διψήφια ποσοστά ανεργίας μέχρι τα μέσα του αιώνα- και ότι
ταυτόχρονα θα πετύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να
υποτεθεί ότι η Ελλάδα απλά θα ξεπεράσει το πρόβλημα του χρέους της. Για να
αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, θα απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, η οποία
είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που εξετάζεται, και η οποία πρέπει να
υπολογιστεί βάσει ρεαλιστικών παραδοχών σχετικά με την ικανότητα της Ελλάδας
να δημιουργήσει βιώσιμα πλεονάσματα και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
9. Η Ελλάδα βρίσκεται σε σταυροδρόμι και χρειάζονται πιο τολμηρές προσπάθειες
για την αντιμετώπιση των υπόλοιπων σημαντικών προκλήσεων.
Αναμφίβολα, η Ελλάδα έχει κάνει τεράστιες θυσίες για να βρεθεί στη θέση που βρίσκεται
σήμερα. Όμως, τα σημαντικά επιτεύγματα στον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού, στο
κλείσιμο του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, και στη βελτίωση της
ευελιξίας της αγοράς εργασίας έχουν στοιχίσει πολύ στην κοινωνία και έχουν δοκιμάσει τις
αντοχές της. Η πρόσφατη ανθρωπιστική πρόκληση από τη ροή των προσφύγων στην
Ευρώπη έχει επιδεινώσει το βάρος του Ελληνικού λαού. Αυτό απαιτεί την πλήρη
υποστήριξη της Ελλάδας από τους Ευρωπαίους εταίρους της. Αν και η Ευρώπη έχει ήδη
επιδείξει την υποστήριξη προς την Ελλάδα παρέχοντάς την τον απαραίτητο χρόνο
προσαρμογής, η περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους παραμένει ουσιαστικής σημασίας. Η
Ελλάδα, από τη δική της πλευρά, πρέπει να αδράξει την ευκαιρία για να σημειώσει
σταθερή αλλά αποφασιστική πρόοδο στην αντιμετώπιση των υπόλοιπων προκλήσεων
της.

Διαβάστε...

Σε δίκη για την υπόθεση Ταπί η Κριστίν Λαγκάρντ

Μία νέα δίνη αλα Στρος Καν τρέμει τώρα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εν όψει της δίκης της Κριστίν Λαγκάντ που ξεκινάει το ανώτατο ειδικό δικαστήριο της Γαλλίας στις 12 Δεκεμβρίου για την υπόθεση Ταπί. Μπορεί ο εκπρόσωπος του Ταμείου να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τα γνωστά περί αμέριστης εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν τα μέλη του ΔΣ του οργανισμού προς την Γενική Διευθύντριά Κριστίν Λαγκάρντ, εντούτοις ουδείς προς το παρόν βάζει το χέρι του στη φωτιά για το ποια θα είναι τελικά η κατάληξη της υπόθεσης. Εκτιμήσεις αναλυτών λένε ότι η υπόθεση μπορεί να εξελιχθεί σε ένα νέο και εξίσου βαρύ πλήγμα στην αξιοπιστία και την δημόσια εικόνα του Ταμείου αντίστοιχο με εκείνο που προκάλεσε η σύλληψη Στρος Καν με την κατηγορία του βιασμού τον Μάιο του 2011.

Η υπόθεση της παραπομπής της Λαγκάρντ σε δίκη σε τρεις μήνες από σήμερα ίσως επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο χειρισμού κρίσιμων υποθέσεων, όπως αυτού των διαπραγματεύσεων για την ελληνική αξιολόγηση και την ελάφρυνση χρέους από την ηγεσία του Ταμείου. Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει πως σε κάθε κρίσιμη συγκυρία κατά την οποία η Κρ. Λαγκάρντ πιέζεται πολιτικά, τότε αυτό εξάγεται σε μία σκλήρυνση της γραμμής που ακολουθεί χειριζόμενη μεταξύ άλλων και το ελληνικό ζήτημα. Υπενθυμίζεται ότι το 2012, η επικεφαλής του Ταμείου σε συνέχεια των εσωτερικών πιέσεων που δεχόταν από μέλη των αναπτυσσόμενων οικονομιών στο Δ.Σ. είχε προβεί στον απαράδεκτο παραλληλισμό των παιδιών στην Ελλάδα με εκείνα του Νίγηρα. Δεν λυπάμαι πιο πολύ τα παιδιά της Ελλάδας από εκείνα του Νίγηρα ήταν το νόημα της σχετικής δήλωσης της Κρ. Λαγκάρντ προκαλώντας τότε σφοδρές αντιδράσεις. Η σκλήρυνση της στάσης της απέναντι στην Ελλάδα με αυτόν τον ωμό τρόπο, ήταν απόρροια εκείνων ακριβώς των πιέσεων που της ασκούνταν σε σχέση με την ικανότητά της να χειριστεί το ελληνικό ζήτημα με τρόπο που να μη μεροληπτεί έναντι αναπτυσσόμενων χωρών που βρίσκονταν σε εξίσου ή ακόμα δεινότερη θέση σε σχέση με την Ελλάδα.

Όλα αυτά δεν είναι άσχετα με το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται στον δρόμο μίας πολύ σκληρής δικαστικής δοκιμασίας για την Κριστίν Λαγκάρντ. Δοκιμασία που αν και ουδείς ξέρει το ποια θα είναι η κατάληξη και η ετυμηγορία της, αυτό όμως που εκτιμάται ως σοβαρό ενδεχόμενο από οικονομικούς κύκλους στην Ουάσιγκτον είναι να θελήσει η Κριστίν Λαγκάρντ να ενδυναμώσει το προφίλ της σιδηράς και ανυποχώρητης κυρίας σε ζητήματα που κεντρίζουν το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον των μίντια, ένα εκ των οποίων είναι το ελληνικό.

Την ώρα που η Αθήνα στα μάτια της τρόικας έχει μείνει πολύ πίσω στην εφαρμογή των προαπαιτούμενων, η Κριστίν Λαγκάρντ ίσως και πάλι αναλάβει- αυτή τη φορά εκούσια για τους δικούς της λόγους προβολής πολιτικής ισχύος- το ρόλο του κακού ενώ οι διαπραγματεύσεις για την ελληνική αξιολόγηση είναι σε εξέλιξη. Πληροφορίες μάλιστα λένε η συμφωνία για την ελάφρυνση του χρέους να πάει ακόμα πιο πίσω χρονικά όχι μόνο λόγω της πίεσης της Γερμανίας αλλά και της συναίνεσης για μία τέτοια καθυστέρηση που φημολογείται ότι θα επιδείξει το ΔΝΤ. Δεν είναι τυχαίο ότι προς την κατεύθυνση αυτή ο εκπρόσωπος τύπου του ΔΝΤ θέλει να κρατήσει προς το παρόν χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών για την πρόοδο που θέλει η ελληνική πλευρά να έχει επιτευχθεί κατά την επικείμενη σύνοδο ΔΝT- Παγκόσμιας Τράπεζας σε σχέση με τις συζητήσεις για το ελληνικό χρέος.

Η δίκη της Λαγκάρντ στις 12 Δεκεμβρίου είναι ένα γεγονός που η Αθήνα μπορεί μέχρι στιγμής να παίρνει αψήφιστα στους σχεδιασμού της, όμως ίσως αποδειχθεί καταλυτικό τόσο για την σκλήρυνση της στάσης του Ταμείου απέναντί της όσο και για την καθυστερήσεις στο χρονοδιάγραμμα μίας ελάφρυνσης χρέους που η ελληνική κυβέρνηση επιζητά άρον άρον για πολιτικούς λόγους στο εσωτερικό της χώρας.

thetoc.gr

Διαβάστε...