cosmote books logo

Δίκτυο για την Μεταρρύθμιση: Ο Τσίπρας αποφάσισε να κυβερνήσει [ανάλυση]

Δίκτυο για την Μεταρρύθμιση: Ο Τσίπρας αποφάσισε να κυβερνήσει [ανάλυση]

Η παρακάτω ανάλυση προέρχεται από τους πολιτικούς επιστήμονες του Δικτύου για την Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη της Άννας Διαμαντοπούλου. Πέραν της αξίας που έχει ως ανάλυση που συμπυκνώνει την επίδραση των εσωτερικών και εξωτερικών εξελίξεων (ανασχηματισμός, εκλογή Τραμπ, συζητήσεις για το χρέος κλπ), αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία καθώς η κυρία Διαμαντοπούλου φαίνεται να κάνει στροφή και να αντιμετωπίζει θετικά τη νέα κυβέρνηση, σε μια περίοδο που πυκνώνουν οι συζητήσεις για συγκλίσεις στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς.

Διαβάστε την ανάλυση:

Ο απόηχος των αμερικανικών εκλογών και οι συνέπειες για την Ευρώπη και την Ελλάδα, τι σηματοδοτεί ο πρόσφατος ανασχηματισμός για την κυβέρνηση και την τακτική των κομμάτων και η ουσιαστική συζήτηση για το χρέος που δεν γίνεται, είναι τα βασικά θέματα του νέου δελτίου πολιτικής ανάλυσης του ΔΙΚΤΥΟΥ.

Ανασχηματισμός ουσίας και αντανακλάσεων

Τα χρόνια της μεταπολίτευσης έχουμε βιώσει πολλούς ανασχηματισμούς που είναι ή ρουτίνας ή επικοινωνιακοί. Με τον πρόσφατο όμως ανασχηματισμό διαμορφώνει κανείς την αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να κυβερνήσει. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ο Πρωθυπουργός δείχνει σαφή διάθεση να γίνει πιο πολύ Πρωθυπουργός και λιγότερο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Αγνόησε τη δυναμική των προσώπων όπως αυτή σχηματίστηκε στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος, παραμέρισε αντιθέσεις για άλλα πρόσωπα, όπως πχ την έντονη κριτική στο πρόσωπο του κ. Πιτσιόρλα. Η νέα σύνθεση της Κυβέρνησης προδίδει μία σαφή διάθεση να μειωθούν τα ριζοσπαστικά στοιχεία. Αυτό μπορεί να βοηθά κυβερνητικά, αλλά προβληματίζει το κόμμα, καθώς η εσωκομματική αντιπολίτευση που θα αρχίσει να διαμορφώνεται, θεωρεί ότι ο ριζοσπαστισμός είναι αναγκαίο συστατικό του κόμματος.

Η νέα κυβέρνηση Τσίπρα δεν είναι εκλογική, όπως πολλοί υπέθεταν και εκτιμούσαν.

Αντιθέτως είναι έτσι δομημένη, ώστε να υπηρετήσει κατά το δυνατόν τη μνημονιακή στροφή που επέλεξε ο Πρωθυπουργός. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν διαθέτει την πίστη και τις δυνάμεις προκειμένου να υπηρετήσει αυτόν τον δύσκολο στόχο.

Το γεγονός πάντως ότι ο κ.Τσίπρας επιλέγει σε αντίξοες πολιτικές συνθήκες την προσπάθεια αντί της διαφυγής δια των εκλογών έχει κάποια αξία.

Όλα αυτά συνιστούν θετικά δείγματα εν όψει μίας δύσκολης και απαιτητικής αξιολόγησης. Αρκούν, όμως, για να ανακάμψει πλήρως η Κυβέρνηση; Όχι. Η φθορά όμως, δεν αφορά μόνο το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Η ΝΔ δυσκολεύεται ακόμα να καλύψει με θετικό αέρα στα πανιά της το κενό που αφήνει ο ΣΥΡΙΖΑ και μέχρι τώρα περιορίζεται στο σημαντικό μεν, αλλά πρόσκαιρο άνεμο απόρριψης των πολιτών προς το ΣΥΡΙΖΑ.

Οι προσδοκίες της κοινής γνώμης είναι περιορισμένες. Άρα, αν αυτή η νέα κυβέρνηση καταφέρει να κάνει έστω και ελάχιστα από όσα πρέπει και αντέξει στη φθορά του χρόνου, ίσως μπορέσει να περιορίσει τις απώλειες της. Κυρίως, όμως, ίσως καταφέρει να βοηθήσει τη χώρα πριν να είναι πάλι οριακή η κατάσταση.

Οι συνέπειες του ανασχηματισμού όμως, εκτείνονται και στο υπόλοιπο πολιτικό σκηνικό.

Τις τελευταίες εβδομάδες κυοφορείται ένα κλίμα υπόγειων διεργασιών καταρχάς συνεννόησης μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ. Η αναφορά του κ. Τσίπρα από το βήμα του Συνεδρίου ότι : «Οφείλουμε με το πολιτικό και θεωρητικό οπλοστάσιο της Αριστεράς να επιδιώξουμε προσεγγίσεις και συγκλήσεις και με την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία αλλά και με τους Πράσινους…», η μη συμμετοχή πασοκογενών στη νέα Κυβέρνηση και η υπερψήφιση της τροπολογίας Παππά, είναι τρία γεγονότα που από μόνα τους δεν συνιστούν συμμαχία, αλλά αποτελούν ενδείξεις προσέγγισης.

Και αυτό δεν γίνεται χωρίς λόγο και ουσία. Ένας υπό πίεση ΣΥΡΙΖΑ αν τελικώς συνεχίσει την πορεία αποσύνθεσης έχει κάθε λόγο να διατηρεί σχετικά καλές σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ, ως κοίτη υποδοχής των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων του παρά να προτιμήσουν τον άμεσο αντίπαλο που είναι η ΝΔ. Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη ασμένως θα δεχόταν επαναπατρισθέντες και μεταμεληθέντες πρώην ψηφοφόρους του και για να ανεβάσει τα ποσοστά του, αλλά και για να στερήσει τυχόν αυτοδυναμία από τη ΝΔ, κρατώντας για τον εαυτό του το ρόλο του απαραίτητου συνεργάτη. Στην υπό διαμόρφωση αυτή πιθανή συμμαχία μπορεί κάλλιστα να προσχωρήσει και το ΚΙΔΗΣΟ, καθώς μία συνολική ρήξη ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και Γ. Παπανδρέου με τη Δεξιά, θα αποτελούσε ένα εύληπτο αφήγημα για την αριστερόστροφή μερίδα των πολιτών. Είναι σφόδρα πιθανό και το ΠΟΤΑΜΙ να βρεθεί και εκείνο μπροστά στο δίλημμα της επιλογής, καθώς αν δεν προκριθεί η επιλογή της αυτόνομης καθόδου με το ρίσκο της μη εισόδου στη Βουλή, είναι ενδεχόμενο να επιλέξει την εκλογική συμμαχία με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, όπως αρκετά στελέχη του κόμματος συζητούν μετά και την πρόσφατη συζήτηση για τις τηλεοπτικές άδειες. Το πρόβλημα για το ΠΟΤΑΜΙ σε αυτή την περίπτωση είναι ότι τυχόν συμμαχία με τον έμπειρο κομματικό μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ θα ενέχει μεγάλο ρίσκο για τις δικές του υποψηφιότητες, αλλά κυρίως θα ρηγματώσει τη βάση του κόμματος που έχει έντονα αντι-πασοκικά αισθήματα, ωθώντας σημαντικό κομμάτι των ψηφοφόρων απευθείας στη ΝΔ.

Όπως και να χει, αυτές οι διεργασίες σχηματοποιούν τα εκατέρωθεν αναγκαία αφηγήματα των κομμάτων προς τις κομματικές τους βάσεις και την κοινή γνώμη και υπ’ αυτή την έννοια κρίνονται ως κινήσεις που βάζουν σε εγρήγορση τη δυναμική της πολιτικής, χωρίς βέβαια να επιλύνονται ταυτόχρονα οι παράπλευροι κραδασμοί που θα έχει για το μεν ΣΥΡΙΖΑ η εξέλιξη της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ, για το δε ΠΑΣΟΚ η πιθανή επιστροφή του Γ. Παπανδρέου.

Το πρόβλημα θα το αντιμετωπίσουν πιο έντονα όσα στελέχη βρίσκονται εκτός κομματικών σχηματισμών και δεν έχουν ορίσει ακόμα το χώρο αναφοράς τους είτε προχωρώντας στη σύσταση ενός νέου φορέα είτε αποφασίζοντας να συνεργαστούν με κάποιο κόμμα.

Κοινωνική, οικονομική πίεση και αυτονόητες μεταρρυθμίσεις

Η κοινωνία και η οικονομία πιέζονται οριακά. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ο μέσος ευρωπαϊκός όρος όσων ζουν σε συνθήκες φτώχειας. επανήλθε το 2015 σε επίπεδα προ της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 (δηλαδή στο 23,7%), ενώ την ίδια περίοδο η Ελλάδα εμφάνισε τη μεγαλύτερη άνοδο, αυξάνοντας τον αριθμό των... φτωχών περίπου κατά 800.000 άτομα. Συνολικά, στην Ελλάδα, το 2015 βρισκόταν αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού το 35,7% του πληθυσμού (3,8 εκατ. άνθρωποι) έναντι 28,1% το 2008 (περίπου 3,05 εκατ. άνθρωποι). Σε χειρότερη κατάσταση από την Ελλάδα βρίσκονται μόνο η Βουλγαρία (41,3%) και η Ρουμανία (37,3%), οι οποίες ωστόσο εμφανίζουν σημαντική πτώση των ποσοστών τους. Σε συνθήκες φτώχειας βρίσκεται το 21,4% του ελληνικού πληθυσμού (έναντι 17,3% στην ΕΕ), σε συνθήκες ένδειας το 22,2% (έναντι 8,1%), ενώ σε οικογένεια αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της ανεργίας ζει το 16,8% του πληθυσμού (έναντι 10,5%). Παράλληλα, το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) μειώθηκε στην Ελλάδα από 10.800 ευρώ το 2008 σε 7.520 ευρώ το 2015, ενώ το ετήσιο όριο κινδύνου φτώχειας έχει μειωθεί από 6.480 σε 4.512 ευρώ για έναν μόνο ενήλικο και από 13.608 ευρώ το 2008 σε 9.475 ευρώ το 2015 για μια οικογένεια 4 ατόμων (δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών).

Εν όψει της δεύτερης αξιολόγησης ένα μείζον ερώτημα αυτονόητα τίθεται και είναι απλό:

Πώς θα μπορέσει η χώρα να συνεχίσει να συντηρεί αυτό το επίπεδο κοινωνικών δαπανών χωρίς να παράγεται νέος πλούτος;
Μπορεί ο Προϋπολογισμός να πληρώνει 30 δισ € το χρόνο για να συντηρήσει το δήθεν κοινωνικό κράτος χωρίς να αυξάνεται η απασχόληση, με ανεργία 25%;
Δεν υπάρχει, δυστυχώς, ένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων που να έχει εκπονήσει μια ομάδα, τεχνοκρατών και πολιτικών, από κοινού, ώστε να αποτελέσει ένα μεταρρυθμιστικό πλαίσιο που να διέπει και να κατευθύνει το σύνολο των κυβερνητικών πρωτοβουλιών.

Από το 2010 μέχρι σήμερα, η Ελλάδα ψηφίζει μεταρρυθμιστικούς νόμους αλλά αποφεύγει τις μεταρρυθμίσεις. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να εμπεριέχουν στρατηγική, πολιτικό προσανατολισμό κι ένα πλαίσιο δράσεων που να τις καθιστούν ρεαλιστικές, αποτελεσματικές και κοινωνικά αποδεκτές.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένες τις οριακές πλέον αντοχές της κοινωνίας, ανά πάσα στιγμή είναι πιθανό να προκληθούν πολιτικές εξελίξεις με διάφορες αφορμές. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης της Κυβέρνησης και η διάθεση συντήρησης της από τους Θεσμούς, θα κρίνουν πολλά.

Χρέος: μύθοι και αλήθειες

Το ζήτημα της διαχείρισης του χρέους επανέρχεται. Για το ΔΙΚΤΥΟ το ζήτημα της διαχείρισης του δημοσίου χρέους αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο των ερευνητικών μας δράσεων τα προηγούμενα χρόνια. Η παρουσίαση της μελέτης μας για το χρέος προ διετίας, συνοδεύεται από την πάγια θέση μας ότι μόνο μία εθνική πρόταση διαχείρισης του χρέους που θα εκπονηθεί από Έλληνες και ξένους οικονομολόγους και θα υπάγεται στον έλεγχο επιτροπής της Βουλής, θα έχει το απαιτούμενο κύρος να επισκεφθεί τις χώρες της ΟΝΕ που έχουν δανείσει τη χώρα μας και να συζητήσει εκτενώς τους τρόπους απομείωσης του χρέους.

Το χρέος είναι ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της οικονομίας. Όχι όμως ο πιο κρίσιμος. Ας το έχουν υπόψιν τους όσοι θέλουν να επενδύσουν πολιτικά αποκλειστικά σε αυτό. Ανάμεσα στα κριτήρια για την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας και άρα τη δυνατότητα αυτής να προσελκύει παραγωγικές επενδύσεις, ο ρόλος του δημόσιου χρέους είναι μεν σημαντικός, αλλά όχι πάντα ο κρισιμότερος. Άλλοι παράγοντες είναι εξίσου αν όχι σημαντικότεροι για την ανάταξη της οικονομίας σύμφωνα άλλωστε και με το World Economic Forum. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ανέλθει στην 86η από την 129η θέση ως προς τον βαθμό ευθυγράμμισης αμοιβών και παραγωγικότητας, η συνολική αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πληγές της ελληνικής ανταγωνιστικότητας (114η), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανάγκη περαιτέρω παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας. Οι υψηλοί φόροι και κυρίως η αντιπαραγωγική δαπάνη των εσόδων καθηλώνουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε επίπεδα που δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για την ανάκαμψη.

Το πρόβλημα μπορεί να συνοψιστεί στο γεγονός ότι εμείς όταν δεν πάμε προς τα πίσω, περπατάμε, ενώ οι άλλοι τρέχουν, χωρίς να πηγαίνουν προς τα πίσω!

Το χρέος λοιπόν, από μόνο του δεν συνιστά αιτία καθυστέρησης. Υπάρχουν πιο σημαντικοί λόγοι όπως φαίνεται στον πίνακα.


Η αύξηση του ΑΕΠ είναι η λύση για το χρέος;

Εν μέρει ναι, αλλά δεν συνιστά πανάκεια για ένα θηριώδες χρέος, όπως αυτό της Ελλάδος. Υποστηρίζεται εδώ και χρόνια το ελληνικό χρέος θα μετατραπεί σε «βιώσιμο», μόλις αρχίσει η περιπόθητη ανάπτυξη! Όμως αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Στους πίνακες παρουσιάζεται η εξέλιξη του δείκτη «χρέος ως % του ΑΕΠ» για σταθερό χρέος, υποθέτοντας μία διαρκή, μέση ετήσια ανάπτυξη, ή 2%, ή 3% (εξαιρετικά δύσκολο επίτευγμα). Στα παραδείγματα φαίνεται πόσο δύσκολο είναι μόνο με το ρυθμό ανάπτυξης να φτάσει το χρέος κοντά στο 60% του ΑΕΠ, που προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης:

Η διαπραγμάτευση, με την οποία -υποτίθεται ότι- θα πειστούν οι δανειστές μας να διαγράψουν μέρος του χρέους μας, απαιτεί εκ μέρους μας να πείσουμε ότι αυτό είναι προς το συμφέρον τους. Αν δεν υπάρχουν επιχειρήματα γιατί είναι προς το συμφέρον των φορολογουμένων της Μάλτας, της Σλοβακίας και της Λετονίας, να αποδεχτούν την διαγραφή, δύσκολα θα προχωρήσει κάθε είδους διαπραγμάτευση και ουσιαστική βοήθεια στη διαχείριση του χρέους.

Αμερικανικές εκλογές

Όταν οι πολίτες μιλούν διά της ψήφου τους, καλό είναι οι πολιτικοί και τα κόμματα να ακούν, να αφουγκράζονται, να σταθμίζουν και όχι να αφορίζουν.

Η νίκη του Τράμπ αποτέλεσε εύκολο πεδίο βολής για κάθε λογής σχολιαστές. Διθύραμβοι, παιάνες και καταστροφολογία θα εναλλάσσονται για καιρό στο δημόσιο λόγο.

Για τόσο σημαντικά και εν μέρει διχαστικά γεγονότα συνήθως η αλήθεια αποκτά υποκειμενικό χαρακτήρα. Αλλού δίνει σημασία η ευρωπαϊκή οπτική, αλλού η συντηρητική, αλλού η προοδευτική κλπ.

Υπάρχουν όμως, κάποια δεδομένα κοινώς αποδεκτά.

"Πρώτα έχασε η Κλίντον και μετά κέρδισε ο Τράμπ"

Στην ιστορία των Δημοκρατικών υποψηφιοτήτων για τη θέση του Προέδρου περιλαμβάνονται συχνά πρόσωπα που παρουσίαζαν μεγάλη έλξη στο εκλογικό σώμα, στοιχείο ιδιαιτέρως σημαντικό στη μάχη για ένα αξίωμα προσωποκεντρικό. Οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές είναι μια αντιπαράθεση προσώπων και προσωπικοτήτων, καθώς η απόλυτη επικέντρωση της προσοχής των εκλογέων στη συμπεριφορά, την εικόνα, την οικογένεια, το παρελθόν των υποψηφίων αποδυναμώνει τις κομματικές ταυτίσεις και αφήνει στο περιθώριο ακόμα και τις προγραμματικές τους θέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιλογές υποψηφίων των Δημοκρατικών ήταν τις περισσότερες φορές ισχυρές προσωπικότητες. Η Κλίντον συγκρίθηκε υποσυνείδητα με τους προκατόχους της Ομπάμα και Κλίντον και αυτή η σύγκριση δεν την ευνόησε. Ως συνέπεια της μη ευνοϊκής αυτής σύγκρισης, μεγάλο μέρος των δυνητικών ψηφοφόρων των Δημοκρατικών δεν προσήλθαν στην κάλπη. Την ίδια ώρα που ο Τράμπ έπαιρνε περίπου τους ίδιους ψήφους με το Ρόμνει (υποψήφιος το 2012), η Κλίντον συγκέντρωνε περίπου 6 εκ λιγότερους ψήφους από τον Ομπάμα το 2012!!!

Πολίτες απέναντι στο «σύστημα»

Η υποψήφια των Δημοκρατικών ήταν εμβληματικό δείγμα μίας «συστημικής υποψηφιότητας» σε μια περίοδο γενικευμένης αντί-συστημικότητας και εμφανούς πολιτικής απαξίωσης. Πρώην Πρώτη Κυρία, πρώην Γερουσιαστής και πρώην Υπουργός Εξωτερικών, η Κλίντον προσωποποίησε την έννοια του συστήματος που ενοχλεί, είτε λόγω της αναποτελεσματικότητάς του, είτε λόγω της επίδειξης δύναμης και ενός ελιτισμού. Ο Τραμπ κατάφερε να συμπαρασύρει σημαντικό τμήμα των πολιτών, που ήθελαν την τιμωρία του «κατεστημένου». Το ισχυρό χαρτί του Τράμπ ήταν οι αντικαθεστωτικές θέσεις του. Επαναλάμβανε διαρκώς ότι στην Ουάσιγνκτον κυβερνούν «ηλίθιοι», οι οποίοι δεν μπορούν να επιλύσουν ακόμα και απλά θέματα. Πέρασε με επιτυχία την εικόνα ότι εκείνος ως επιτυχημένος επιχειρηματίας θα χρησιμοποιήσει τις ικανότητες τους προς όφελος του μέσου Αμερικάνου. Τα κύρια θέματα που απασχολούν τους Αμερικάνους είναι η απασχόληση, η οικονομία και η ασφάλεια. Και στα τρία ο Τράμπ χρησιμοποίησε απλουστευμένο και απλό έως απλοϊκό λόγο, αλλά πειστικό. Μίλησε ως επιχειρηματίας και όχι ως πολιτικός.

Η σύγκρουση της Κλίντον με τον Σάντερς

Η εσωκομματική μάχη της Κλίντον με τον Γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς, τον ριζοσπάστη αριστερό ανθυποψήφιο της για το χρίσμα των Δημοκρατικών που εξέπληξε με τις επιδόσεις του στην αρχή της χρονιάς, καλλιέργησε επίσης τη συστημική εικόνα της Κλίντον που την βρήκε και μετέπειτα μπροστά της ως πρόβλημα. Ο ριζοσπάστης, έως λαϊκιστής, Σάντερς εξέφρασε την αυθόρμητη ριζοσπαστική, αντισυστημική μερίδα της βάσης του κόμματος που επιθυμούσε ριζοσπαστικότερες θέσεις τόσο σε ζητήματα εξωτερικής, όσο και εσωτερικής πολιτικής. Η ιδεολογική αντιπαράθεση της Κλιντον με τον Σάντερς είχε ως αφετηρία της τη σύγκρουση του «νέου» με το «παλαιό». Η νίκη της Κλίντον επί του Σάντερς ήταν μία πύρρειος νίκη του «συστήματος» που όμως δεν είχε αντοχές μετά για τη μεγαλύτερη εθνική μάχη.

Άμεσες συνέπειες για την Ευρώπη

Η πιο πιθανή άμεση συνέπεια θα φανεί στο ιταλικό δημοψήφισμα. Ο Matteo Renzi έχει κάνει πολλούς εχθρούς, ειδικά στο εσωτερικό του κόμματός του και θα χρειαστεί ένα θαύμα για να μεταστρέψει το κλίμα. Μέσα στο γενικότερο κλίμα έξαρσης του λαϊκισμού και στην Ευρώπη η κατάσταση στην Ιταλία είναι από πολλές απόψεις συμβολική για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η προτεραιότητα του Renzi δεν ήταν να λύσει το πραγματικό πρόβλημα, το οποίο είναι η έλλειψη δυναμικής της οικονομίας της Ιταλίας σε μια νομισματική ένωση. Αντ 'αυτού ευνόησε πολιτικές μεταρρυθμίσεις για να παγιώσει την εξουσία του. Η αριστερά, η δεξιά και το κέντρο της ιταλικής πολιτικής έχουν πλέον ενωθεί εναντίον του. Θα μπορούσε εύκολα να χάσει το δημοψήφισμα από 60-40, το οποίο θα είναι το τέλος της πρωθυπουργίας του.

Μία άλλη συνέπεια της νίκης του Τράμπ θα είναι το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η Ursula von der Leyen, υπουργός άμυνας της Γερμανίας πιθανή διάδοχος της Άνγκελα Μέρκελ, δήλωσε ότι το αποτέλεσμα ήταν ένα σοκ. Η ΕΕ θα πρέπει να επανεξετάσει την αμυντική πολιτική της από το μηδέν, απέναντι σε έναν νέο Αμερικάνο Πρόεδρο που κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, υπογράμμισε ρητά ότι θα ανακαλέσει την εγγύηση της ασφάλειας του ΝΑΤΟ, δηλαδή, το άρθρο 5. Η συζήτηση σχετικά με την ασφάλεια της ΕΕ θα ενταθεί - με δεδομένη και την ειδική σχέση που θα έχει πλέον η Μ. Βρετανία στα θέματα Άμυνας και Ασφάλειας - όπως και οι αυξήσεις στις δαπάνες για την Ασφάλεια, κάτι που έχει ήδη αρχίσει να γίνεται στη Γερμανία.

Συνέπειες για την Ελλάδα

Αλλά και για την Ελλάδα, η εκλογή του Τράμπ θα έχει συνέπειες, ακόμα όμως θολές. Επειδή ακόμα δεν έχουμε σαφή δείγματα γραφής θα περιοριστούμε σε δύο στοιχεία.

Πρώτον, η θέση του ότι αν η Ελλάδα βγει από το Ευρώ θα μπορούσε να αντιμετωπίσει καλύτερα και με λιγότερο κόστος την κρίση και δεύτερον ότι το πρόβλημα χρέους της Ελλάδος είναι ευρωπαϊκό ζήτημα και ο ίδιος θα περιοριστεί σε ρητορική μόνο βοήθεια [1] Η θέση είναι συνεπής με την εκφρασμένη πολιτική αποστασιοποίησης για εξωτερικά θέματα που φαίνεται να προκρίνει. Επομένως, η Ελλάδα δεν θα πρέπει μάλλον να περιμένει τις αμερικανικές παρεμβάσεις είτε προς τη Γερμανία, είτε προς το ΔΝΤ για την διευθέτηση του χρέους…

Τα διδάγματα

Η πλειοψηφία των πολιτών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για διάφορους λόγους, ζητά να δει άλλα πρόσωπα. Οι Ρεπουμπλικάνοι δεν ήθελαν έναν διαφορετικό υποψήφιο για να ξεσπάσουν. Και κάπου εδώ αρχίζει το πρόβλημα να αποκτά διαστάσεις μεγάλες. Η αντισυστημική διάθεση υπερισχύει των απειλών – εκφοβισμού για τις συνέπειες που θα έχει. Με την ίδια ευκολία που κάποιος αφορίζει την ακραία ψήφο, ένας άλλος αδιαφορεί και οργίζεται υπερασπιζόμενος το δίκιο της οργής του.

Ο λαϊκισμός δεν ξορκίζεται με βαθυστόχαστες αναλύσεις και περίπλοκες προτάσεις για ακαταλαβίστικες μεταρρυθμίσεις.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πλέον ότι η φιλελεύθερη, παγκοσμιοποιημένη δημοκρατία είναι σε υποχώρηση. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να αλλάξουν τα αφηγήματα των πολιτικών του φιλελεύθερου, προοδευτικού, συντηρητικού ορθολογισμού. Έχουμε ακούσει πολλά σχόλια από σχολιαστές και πολιτικούς που δεν μπορούν να καταλάβουν πώς παράλογες θέσεις υπέρ του Brexit ή του Trump, κερδίζουν . Ανεξαρτήτως του εάν τέτοιες δηλώσεις είναι αληθινές ή όχι , είναι εκλογικά καταστροφικό να θεωρείς ως a priori λογικές μόνο τις δικές σου θέσεις και παράλογες όλες τις άλλες. Το εκλογικό σώμα αντιδρά εδώ και 7 χρόνια σταδιακά, στις δύσκολες, αλλά υπεύθυνες προτάσεις των μεταρρυθμιστών. Αντί λοιπόν, να καταστροφολογεί κανείς, προτιμότερο είναι να εξετάσει τι έχει πάει λάθος και να το διορθώσει.

Οι λαϊκιστικές δυνάμεις αργά ή γρήγορα θα έρθουν και εκείνες αντιμέτωπες με τα πολύπλοκα προβλήματα που θέλουν σύνθετες λύσεις και όχι ατάκες και τσιτάτα. Το εκκρεμές για να επιστρέψει σε ισορροπία θέλει υποχώρηση της δυναμικής από το ένα άκρο στο άλλο. Αυτό προϋποθέτει κουλτούρα θέσης, αντίθεσης, σύνθεσης. Κάτι που αυτή τη στιγμή λείπει κυρίως από την Ευρώπη, που θα βιώσει νέο κύμα έξαρσης λαϊκισμού τους επόμενους μήνες. Το δημοψήφισμα στην Ιταλία, οι εκλογές σε Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία προοιωνίζονται άνοδο του λαϊκισμού. Μετά το brexit η Ένωση εισήλθε σε περίοδο αργής περισυλλογής. Ο χρόνος όμως δεν είναι ατελείωτος. Αν η ΕΕ δεν δώσει σαφή δείγματα βελτίωσης της λειτουργίας της, της καθημερινότητας των πολιτών και σαφείς απαντήσεις στην οικονομική κρίση και την προσφυγική, τότε το 2017 θα εξελιχθεί στο πρώτο έτος αποσύνθεσης της.

Γιάννης Μαστρογεωργίου, Διευθυντής Δικτύου

Γιώργος Παπούλιας, Πολιτικός Επιστήμονας - Συνεργάτης Δίκτύου

Πίσω στην κορυφή